Η έκπληξη του αυξήθηκε κατακόρυφα όταν του έβαλε στο χέρι ένα χαρτονόμισμα. Από το πλατύτερο χαμόγελο που είχε δει στη ζωή του, συμπέρανε ότι το φιλοδώρημα ήταν μάλλον υπέρογκο.’Όταν έμεινε μόνος του, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκε να κάνει ήταν να μπει στο μπάνιο και ν’ αλλάξει τα επιπλα. Όμως, συνειδητοποιώντας ότι δεν είχε , ξάπλωσε απλά στο τεράστιο κρεβaτι. Αμφιταλαντεύτηκε ανάμεσα στο να τηλεφωνήσει και στο να βγει για ψώνια. Αποφάσισε να πράξει το δεύτερο. Με τον επόμενο είχε μιλήσει. Δεν είχε τίποτα περισσότερο να του πει ή να μάθει. Τα επιπλα είναι όπως τα είχε αφήσει όταν έφυγε την προηγούμενη φορά, παρά την αρχικη εντύπωση. Η αλήθεια είναι ότι η φωνή του φίλου του ήταν η μόνη του συντροφιά το βράδυ των Χριστουγέννων. Του περιέγραψε τα δραματικά τελευταία γεγονότα, αποφεύγοντας να αναφερθεί στις καρεκλες, που θα τον έκανε να πάρει το πρώτο αεροπλάνο , για να τον πάρει δια της βίας πίσω.
Ας μιλήσουμε πολιτισμένα για επιπλα
Άρχισε να κάνει ξανά ερωτήσεις για το ποιοι ήταν και γιατί του φέρονταν έτσι, τι ήθελαν από αυτόν και που τα πήγαιναν τα επιπλα. Όχι γιατί περίμενε απαντήσεις, αλλά για να μη φανεί ότι είχε επανακτήσει την αυτοκυριαρχία του. Ρωτούσε στα αγγλικά, στα γαλλικά, στα ελληνικά και στα στοιχειώδη ιταλικά του, αλλά χωρίς ανταπόκριση. Σε λίγο η ένταση της μουσικής χαμήλωσε. Την ίδια στιγμή αισθάνθηκε ότι είχαν βγει από την άσφαλτο και όδευαν σε ανώμαλο έδαφος. Σίγουρα τον είχαν οδηγήσει στα περίχωρα . Προσπάθησε να εκτιμήσει πόσο μακριά μπορεί να είχαν φτάσει, αλλά δεν τα κατάφερε. Και τότε άκουσε ξαφνικά μια φωνή από τα μπροστινά καθίσματα.
«Ηρέμησες; Ωραία, γιατί έχουμε να συζητήσουμε, σαν πολιτισμένοι άνθρωποι που είμαστε, για τα επιπλα».
Η φωνή ερχόταν μάλλον από τη θέση του συνοδηγού. Ήταν η φωνή ενός ηλικιωμένου ανθρώπου που του μιλούσε με λατινική προφορά στα αγγλικά. Η φωνή ήταν καθαρή και ήρεμη και πρόδιδε κάποια καλλιέργεια. Όμως γιατί είχε χρησιμοποιήσει τη φράση στα ιταλικά; Δεν μπορούσε να καταλάβει. Η φωνή πάντως δεν του θύμιζε τίποτα.
Ταξίδι σε έναν άγνωστο κόσμο από επιπλα
“Το θέμα είναι ποιος θα σας δείξει τον τρόπο. Ακολουθώντας απλές διεργασίες μπορείτε να ανακαλύψετε έναν υπέροχο κόσμο”.
Είπε ο προπομπός καθώς με οδηγούσε στο γραφείο του, “πριν σας οδηγήσουμε στο δωμάτιο σας θα ήθελε να σας μιλήσει αμέσως”, είπε. “Τα πράγματα σας θα τα αναλάβουμε εμείς”. Σε λίγο καθόμουν στην αναπαυτική καρέκλα του λιτού γραφείου και αισθάνθηκα αμέσως την κούραση να απλώνεται πάνω μου σαν νιφάδες χιονιού που πέφτουν με όλο και μεγαλύτερη ένταση. Τα επιπλα μπορεί να ήταν αναπαυτικά αλλά η κούραση είναι κούραση. Όταν άνοιξε η διπλανή πόρτα του δωματίου και μπήκε ο πατριάρχης, πετάχτηκα από τη βολή μου σαν ελατήριο. Ο μέγας φορούσε την πουκαμίσα του, το οποίο σήμαινε ότι είχε ήδη αποσυρθεί στα ενδότερα. Το πρόσωπο του, σκληρό και γωνιώδες, σχεδόν τετράγωνο, θύμιζε περισσότερο τευτονική κατατομή παρά άνθρωπο της νότιας Ιταλίας, όπως ήταν αυτός. Τα μαλλιά του ήταν άσπρα σαν το χιόνι. Πιο άσπρα από ποτέ, σκέφτηκα Τα φρύδια του όμως δεν είχαν ακόμα ασπρίσει πλήρως και η πυκνότητα τους έδινε στο πρόσωπο, με την κοφτή μύτη του, μια εικόνα αρπακτικού πουλιού. Το μέτριο ανάστημα του περνούσε απαρατήρητο μπροστά στην αρχοντιά των κινήσεων του.«Καλώς ήρθατε, αγαπητέ εξάδελφε. Πώς ήταν το ταξίδι σας; Σας περίμενα αύριο», συμπλήρωσε χωρίς να περιμένει απάντηση και κάθισε στο γραφείο του.
Εσωτερικές αναζητήσεις σε μια πόλη χωρίς σπιτια
Η γυναίκα δεν ήταν εκεί και αποφάσισε να την περιμένει στο σαλονι παρά το τσουχτερό κρύο. Κοίταξε τα επιπλα στην εκκλησία, που ήταν για χρόνια η αρχικη μητρόπολη της περιοχής. Πολλοί πίστευαν ότι την είχε χτίσει ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β’ της δυναστείας των Παλαιολόγων την εποχή που εκδιώχτηκε από τον εγγονό του και φιλοξενήθηκε σε μοντερνα μοναστήρια του ελλαδικού χώρου. Ο Ανδρόνικος Β’ την λάτρευε και την ονόμαζε «Περιώνυμον άστυ». Της είχε
παραχωρήσει τεράστια εμπορικά προνόμια, συνθεσεισ για μια πολιτική που ακολουθήθηκε και από τους διαδόχους του. Ουσιαστικά ήταν αυτός που συνέβαλε στη διαμόρφωση της λαμπρής εποχής της πόλης. Πάνω από την κεντρική είσοδο ήταν σκαλισμένη η χρονολογία της τελευταίας παρέμβασης από τους Βενετσιάνους: 1697.Το κινητό του χτύπησε, ραγίζοντας την ησυχία της μικρής πλατείας και κάνοντας τον να τιναχτεί. Το σήκωσε βιαστικά. Ήταν η γυναίκα που περίμενε για τα επιπλα που είχε στείλει η εταιρεία. Είχε βρει τον αριθμό του κινητού του από τη αρχικη και τον είχε καλέσει για να του ζητήσει συγγνώμη για την καθυστέρηση. Θα αργούσε λίγο ακόμα καθώς της είχε τύχει κάτι έκτακτο . Την καθησύχασε και την ευχαρίστησε.
γνωση
Είχα κολλήσει για ώρα σε μια βιτρίνα με τα πιο όμορφα επιπλα τα κόσμου, περίτεχνα, με φανταστικές λεπτομέρειες, η τελευταία λέξη στη μοδα. Ούτε που κατάλαβα ότι είχε αρχίσει να σουρουπώνει. Σιγά σιγά πύρα το δρόμο της επιστροφής. Μέχρι να φτάσω στο σπίτι, τα πόδια μου είχαν πρηστεί τόσο πολύ, που αναγκάστηκα να η αγοράσω ένα ζευγάρι φλατ παπούτσια από κάποιον μαύρο στο δρόμο. Είχα δει αρκετά για πρώτη μέρα και ήμουν πια ένα κινητό πτώμα.
Με πήρε τηλέφωνο από το γραφείο του και μιλησαμε για δέκα λεπτά. τον λυπόμουν. Η ώρα ήταν οχτώ κι εκείνος βρισκόταν ακόμη στη δουλειά. Έπεσα για ύπνο γύρω στις έντεκα, αφού χάζεψα λίγο στην τηλεόραση.
Την επόμενη μέρα ξύπνησα από τις εφτά, καθώς είχα απολαύσει έναν ωραιότατο οχτάωρο ύπνο και ένιωθα καλύτερα από ποτέ. Αφού πήρα ένα γερό πρωινό, μπήκα στο πρώτο ταξί και έδωσα τη διεύθυνση της αγοράς, που βρισκόταν πολύ κοντά σε μεγάλο κατάστημα με επιπλα και άλλα είδη σπιτιού, όπως είδη υγιεινής, επιπλα για την κουζινα, ντουλάπια, τέτοια πράγματα. Όταν έφτασα η αγορά ήταν ήδη ανοικτή και κόσμος πήγαινε κι ερχόταν, ανακατεύτηκα με τους πολλούς και το έριξα στο ξέφρενο shopping.
γωνιακός καναπές
“Σπίτι εκεί κοντά, στο συνοικισμό, μου τα είχε ξεκαθαρίσει ο άλλος, να τα ξεχάσω αυτά που ήξερα, στην αρχικη θα ζούσαμε με τα λεφτά που θα έβγαζε εκείνος, τα δικά μου να τα κρατούσα και να τα έκανα ότι ήθελα. Δε με πείραζε στην αρχή, ήταν τέτοιος ο έρωτας μου για αυτόν και η ανακούφισή μου ότι έφυγα μακριά από τη μάνα μου και από το νοσηρό περιβάλλον του σπιτιού μου που δε με ένοιαζε τίποτε άλλωστε μου άρεσε ο ρόλος της νοικοκυράς που περίμενε κάθε βράδυ τον καλό της με το φαγητό πάνω στην τραπεζαρια και το νερό ζεσταμένο στο καζάνι, για να κάνει μπάνιο.
Μόνο που τα πιάτα ήταν τσίγκινα, το τραπεζομάντιλο μουσαμαδένιο, τα επιπλα παλιά και το νερό στο καζάνι κρύωνε γρήγορα, κι εγώ έπρεπε να ξαναβάλω στην αυλή ξύλα στη φωτιά για να το κρατήσω ζεστό. Κι έκανε κρύο και τα καλά ζεστά ρούχα, που είχα κουβαλήσει από το σπίτι του, ξέφτισαν σιγά-σιγά και τα λεφτά δε έφταναν κι ο συνοικισμός είχε θόρυβο από τα πολλά οχηματα και βρομιά και λασπόνερα, και η αγάπη φθείρεται μαζί με τις σόλες.”
Η ζωή Χωρίς Επιπλα
Ψάχνω για δουλειά στα επιπλα ένα μήνα τώρα κι ενώ δε βρίσκω κάτι δε με παίρνει από κάτω ενώ παλιά θα χα πέσει του θανατά, έχω ρε παιδί μου μια θετική σκέψη (και παλιά το είχα αλλά η βλακεία μου δε το άφηνε να φανεί) τώρα πια ίσως επειδή για οτιδήποτε δε μου πάει καλά μου ρχεται στο μυαλό μια φράση που άκουσα μια μέρα “πέρνα από ένα νοσοκομείο και θα καταλάβεις τι σημαίνει δυστυχία” όπως επίσης και μια κυριούλα που είδα σε κεντρικό δρόμο της Κέρκυρας με τα πιο γαλανά και πιο θλιμμένα μάτια που έχω δει στη ζωή μου, να απλώνει το χέρι της να ζητιανεύει και να μου λέει ενώ την είχα προσπεράσει, δεν είμαι ζητιάνα η ανάγκη μ έφερε εδώ, τι σκέφτεσαι θα μου πεις τώρα νυχτιάτικα,έτσι είπα να τα γράψω, λες να ωρίμασα απότομα ? άλλο ένα θέμα που με πλήγωσε και μ απογοήτευσε είναι το θέμα φίλια και το πόσο “χαζή” έχω υπάρξει όχι μια άλλα δυο φόρες στη ζωή μου, ελπίζω να έμαθα τώρα πως δεν αξίζει να δίνεις περισσότερη αξία σε κάποιον που βλέπεις πως δεν αξίζει, περιττό να πω πως με τη μαγειρική της μάνας μου εδώ έχω βάλει κιλά (ένα με τα επιπλα έχω γίνει) και είναι το μόνο αρνητικό για τον ένα χρόνο σημασία έχει να περνάμε καλά,να νιώθουμε όμορφα όπου είμαστε και κυρίως με τους ανθρώπους που είμαστε αλλιώς να το βράσω, περνάω και μόνη μου καλά.